Η άλωση της Θεσσαλονίκης (1185 μ.Χ.)

Η άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Νορμανδούς το 1185 μ.Χ., μέσα από την περιγραφή του μητροπολίτη Ευστάθιου.

Η άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Νορμανδούς (1185 μ.Χ.)

Τι να πω για κείνους που ρίχτηκαν μόνοι τους από τις στέγες των σπιτιών να βρουν το θάνατο, όταν η μεγάλη συμφορά έζωσε και τους ίδιους; Αυτοί, μην μπορώντας να πετάξουν στον άερα, πράγμα βέβαια που θα το επιθυμούσαν, υπέφεραν τις συνέπειες της βαρύτητας και συντρίβονταν πέφτοντας από μεγάλο ύψος στο θάνατο. Και τι (να πω) για τους άντρες και τις γυναίκες που έπεφταν σε πηγάδια σα να ήταν το νερό του Κωκυτού ή της Αχερουσίας, εκείνοι από φόβο μήπως πέσουν σε άλλο, χειρότερο θάνατο, κι εκείνες εξαιτίας της σεμνότητάς τους; Δεν είχε τίποτε παράξενο αυτή η πτώση και η κατάπτωση αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι όχι μόνο εύχονταν να ανοίξουν οι πέτρες για να τους δεχτούν, και τα βουνά να κυλήσουν για να τους κρύψουν, ακόμη κι ο ουρανός να τους καταπλακώσει, αλλά και στο χάος και τα τάρταρα φαντάζονταν ότι μπορούσαν να καταβυθιστούν και να τελειώσουν τη ζωή τους. Γιατί, γι’ αυτούς που επιθυμούσαν την καταστροφή τους, ακόμη και τα ιστορικά βάραθρα και οι γκρεμοί ήταν μικρά. Αλίμονο, οι πέτρες που έριχναν εναντίον τους οι βάρβαροι δεν τους άφηναν να σηκώσουν το κεφάλι, αλλά τους κατασκέπαζαν και τους κατάχωναν τους δυστυχισμένους.
Αλίμονο τότε και σε όσες ήταν έγκυες, που καθώς τις βάραινε στη φυγή τους το αγαπημένο βάρος που τους είχε δώσει η φύση, λιγοψυχούσαν κι έπεφταν και παρασύρονταν στον Άδη πριν τις προφτάσει ο θάνατος από το σπαθί. Δεν ήταν λιγότερο οικτρές και οι μητέρες που τις ακολουθούσαν στο φευγιό και τα τρυφερά παιδιά τους: στην αρχή ήταν μαζί, αλλά καθώς τους εβίαζε η συμφορά, οι μητέρες νικούσαν, δυστυχώς, τον αγώνα του δρόμου. Κι όταν γυρνούσαν πίσω, ή δεν έβλεπαν καθόλου τους αγαπημένους ανταγωνιστές, που είχαν πέσει (νεκροί) με απόφαση κάποιου Ηρώδη, ή έπεφταν και αυτές από εκείνους που τις προλάβαιναν, μισούμενες επειδή δεν γυρνούσαν πίσω επιθυμώντας εκείνους, αλλά θρηνώντας τον τελευταίο αγώνα δρόμου που έκαναν τα παιδιά τους. Έφευγαν και πατέρες, αφήνοντας πίσω νεογέννητα μωρά ορφανά από μητέρες. Κι αυτά έκλαιγαν γοερά σα να ζητούσαν βοήθεια, αλλά εκείνοι έτρεχαν χωρίς να γυρίζουν πίσω, και η φύση καλούσε μάταια (...) Κι αν ο γονιός σωζόταν, τα παιδιά πέθαιναν καθώς ποδοπατιούνταν και σπρώχνονταν με βία, προσθέτοντας έτσι στον αριθμό των πτωμάτων των αντρών. Έτσι και το πυκνόμαλλο θρεφτάρι, όταν του επιτίθενται λύκοι, αφήνει τα νεογνά του και φεύγει, και ο λύκος δεν γνωρίζει οίκτο για κανέναν.

Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Άλωση 118.3-33
μετάφραση στα ελληνικά: Δημήτρης Τσουγκαράκης
από το βιβλίο των A.P. Kazhdan/Ann Wharton Epstein,
«Αλλαγές στον βυζαντινό πολιτισμό κατά τον 11ο και 12ο αιώνα»
,
ΜΙΕΤ, Αθήνα 1997

Επιμέλεια: Κοκκινάκης Νικόλαος, θεολόγος-φιλόλογος